Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα παραμύθια. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα παραμύθια. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

12.21.2013

Η ομιλία του Ευγένιου Τριβιζά στο TEDxAthens 2013



Ο Τριβιζάς στο φετινό TEDxAthens 2013 αφού κάθισε στην αναπαυτική του πολυθρόνα, και όλοι πιστέψαμε ότι θα μας πει κάποιο από τα δεκάδες του αγαπημένα μας παραμύθια, τελικά μας μίλησε για το κύριο συστατικό των παραμυθιών:
Την Φαντασία!
Ας τον ακούσουμε προσεκτικά. Όλοι οι γονείς. 
Ας τον ακούσουνε τα παιδιά μας
Ας τον ακούσουνε όλοι οι δάσκαλοι και οι εκπαιδευτικοί.
"Η φαντασία έχει άμεση σχέση με την τεχνολογική πρόοδο, με την επιστημονική σκέψη και ζητούμενο σήμερα, την οικονομική ανάπτυξη"
"Τα παιδιά μπαίνουν στην εκπαίδευση με φουλ φαντασία και μετά απο λίγο η φαντασία τους λιμοκτονεί!" 
"Αν θέλετε τα παιδιά σας να γίνουν έξυπνα διαβάστε τους παραμύθια, αν θέλετε να γίνουν ακόμη πιο έξυπνα, διαβάστε τους ... ακόμη περισσότερα παραμύθια!" Αλμπερτ Αϊνστάιν
Ας απενεχοποιηθούμε όλοι μεγάλοι και μικροί!
Ας φανταστούμε ελεύθερα λοιπόν!

10.31.2013

Εύη Γεροκώστα




Γνωρίσαμε την Εύη Γεροκώστα, πριν από ένα χρόνο περίπου, στην παρουσίαση του τελευταίου παιδικού της βιβλίου «Ο βάτραχος και το φιλί» στον πολυχώρο Μεταίχμιο
Μαμά και γιος αμέσως μαγευτήκαμε από την αφήγηση της και αφεθήκαμε να μας ταξιδέψει στις περιπέτειες του μικρού βατραχάκου, που παρέα με την φίλη του τη βατραχίνα, ανακαλύπτουν την αγάπη.

Άμεση και επικοινωνιακή προσεγγίζει με τον λόγο της μικρούς και μεγάλους, σαν τις νεράιδες των παραμυθιών!

Την καλωσορίζουμε στη παρέα του Mommy 's Fairytales και την ευχαριστούμε πολύ για την τιμή που μας έκανε.

Ας γνωρίσουμε καλύτερα την Εύη Γεροκώστα:
Η Εύη Γεροκώστα γεννήθηκε το 1977 στην Αθήνα. Σπούδασε Γαλλική Φιλολογία στη Φιλοσοφική Σχολή Αθηνών και λογοτεχνική μετάφραση στο Κέντρο Λογοτεχνικής Μετάφρασης του Γαλλικού Ινστιτούτου Αθηνών. Εργάστηκε σε οργανώσεις προστασίας του περιβάλλοντος (Αρχέλων-Σύλλογος για την Προστασία της Θαλάσσιας Χελώνας, Ελληνική Ορνιθολογική Εταιρεία), στο ΕΚΕΜΕΛ-Ευρωπαϊκό Κέντρο Μετάφρασης Λογοτεχνίας και Επιστημών του Ανθρώπου, ενώ από το 2004 είναι υπεύθυνη του τμήματος εκπαιδευτικών προγραμμάτων στο Εθνικό Κέντρο Βιβλίου (ΕΚΕΒΙ).
Έχει μεταφράσει πάνω από 30 βιβλία από τα γαλλικά.
Έχει εκδώσει τρία βιβλία για παιδιά («Πώς γεννήθηκαν τα όνειρα», εκδόσεις Μεταίχμιο, 2010, εικ. Δήμητρα Ψυχογυιού, «Αστέρια στον πάτο της λίμνης», εκδόσεις Μεταίχμιο, 2011, βραβείο «Πηνελόπη Μαξίμου» του Κύκλου του Ελληνικού Παιδικού Βιβλίου, εικ. Ανδρέας Κούρτης, «Ο βάτραχος και το φιλί», εκδόσεις Μεταίχμιο, 2013, εικ. Κατερίνα Χαδουλού), και ένα παραμύθι για ενήλικες («Μια μέρα που έγινε νύχτα», εκδόσεις Χριστάκης, 2013, εικ. Ανδρέας Κούρτης).
Μια κόκκινη κλωστή και μια πράσινη πέτρα την έφεραν στο δρόμο της αφήγησης. Αφηγείται επαγγελματικά από το 2003, σε μικρούς και μεγάλους, και παραστάσεις της φιλοξενούνται σε σχολεία, βιβλιοθήκες, βιβλιοπωλεία, μουσικές σκηνές, θέατρα, εκθέσεις βιβλίου, φεστιβάλ κ.α., στην Ελλάδα και το εξωτερικό. Το ρεπερτόριό της περιλαμβάνει ιστορίες προφορικής παράδοσης από τις τέσσερις γωνιές του κόσμου που άκουσε, διάβασε, ή μετέφρασε, κυρίως όμως ιστορίες που τη «διάλεξαν». Τα τελευταία χρόνια έχει αφοσιωθεί στην αφήγηση παραμυθογραμμένων ιστοριών της λογοτεχνίας. Άλλες απευθύνονται σε μικρούς, άλλες σε ενήλικες. Κάποιες τις έχει διαβάσει, άλλες τις έχει γράψει, άλλες της τις εμπιστεύονται οι συγγραφείς τους, πολλές φορές πριν ακόμα εκδοθούν. Μια άλλη προσέγγιση της λογοτεχνίας. Ιστορίες που σαγηνεύουν όσους τις ακούν, κυρίως όμως εκείνη...

....Και ορίστε τι απάντησε στις ΠαραμυθοΕρωτήσεις του Mommy's Fairytales:
1. Παραμύθι = Ψέμα; 
Τα παραμύθια, μέσα από το «ψέμα», μιλούν για τις μεγαλύτερες αλήθειες της ζωής. «Ψέματα είναι ή αλήθεια, έτσι είν’ τα παραμύθια», «Ούτε εγώ ήμουν εκεί ούτε εσείς να το πιστέψετε», «Παραμύθι μύθαρος και η κοιλιά σας πίθαρος». Οι παραμυθάδες ομολογούν ότι λένε ψέματα. Έτσι όσοι ακούν την ιστορία θα κατανοήσουν, με τον πιο ανώδυνο τρόπο, τα πιο σοβαρά ζητήματα: το θάνατο, τον αποχωρισμό, την ενηλικίωση, την προδοσία…
Τα παραμύθια είναι παραμυθία, παρηγοριά. Μας ταξιδεύουν σ’ έναν τόπο άτοπο και σ’ ένα χρόνο άχρονο. Στο «μια φορά κι έναν καιρό». Μας μαθαίνουν ν’ ακούμε –τα λόγια και τις σιωπές. Μας βοηθούν να μοιραζόμαστε, να ξεφεύγουμε από την καθημερινότητα. Μας μαθαίνουν να σχετιζόμαστε, να επικοινωνούμε σε μια γλώσσα αρχετυπική. Αυτή τη γλώσσα την καταλαβαίνουν, καλύτερα απ’ όλους, τα παιδιά.

2. Τι είναι για εσάς το παραμύθι;

Μια κόκκινη κλωστή. Ένα μονοπάτι με κόκκινα νηματόδεντρα από τη μια και από την άλλη. Ένα μονοπάτι που ξεκινά από το «μια φορά κι έναν καιρό...» και που δεν τελειώνει πουθενά. Σ’ αυτό το μονοπάτι, το χώμα, κάθε πέτρα, κάθε πλάσμα, όλα μιλούν τη γλώσσα των παραμυθιών. Όσοι περνούν από κει, στέκονται και ακούνε ιστορίες. Κι αφού βρουν αυτή που θα τους μαγέψει, δένουν στη μέση τους μια από τις πολλές άκρες της κόκκινης κλωστής, και δρόμο παίρνουν, δρόμο αφήνουν...
Από κάποια ηλικία και μετά, θυμάμαι τον εαυτό μου να ακούει ιστορίες –όχι απαραίτητα παραμύθια- και να μαγεύεται. Το 2000 παρακολούθησα ένα φεστιβάλ αφήγησης στο Παρίσι, όπου παραμυθάδες απ’ όλο τον κόσμο αφηγούνταν στη μητρική τους γλώσσα, χωρίς διερμηνεία. Δεν καταλάβαινα λέξη από τη γλώσσα τους, κατάλαβα όμως τις ιστορίες! Ήταν μαγικό αυτό που συνέβαινε, κι εκείνη τη στιγμή συνειδητοποίησα τη δύναμη του λόγου της αφήγησης. Τότε σκέφτηκα πως ίσως είχε έρθει η κατάλληλη στιγμή να το δοκιμάσω κι εγώ. Από εκεί και πέρα πήραν όλα το δρόμο τους:  σεμινάρια, συμμετοχή σε φεστιβάλ και συνέδρια, μελέτη θεωρητικών βιβλίων για την αφήγηση, και, πάνω απ’ όλα, μοίρασμα ιστοριών και συνεργασία με άλλους παραμυθάδες.
Αφηγούμαι λαϊκά παραμύθια του κόσμου που άκουσα, διάλεξα, που έχω μελετήσει και αγαπήσει πολύ. Όσο για το κοινό… ο καθένας έχει δικές του προτιμήσεις και αντιρρήσεις. Είναι μάλλον ανέφικτο ο αφηγητής να ικανοποιήσει ένα ολόκληρο κοινό με μια αφήγηση. Το σίγουρο είναι ότι το κοινό αγαπά τις ιστορίες που πρώτος έχει αγαπήσει ο αφηγητής. Εξάλλου, τι περισσότερο είναι η αφήγηση από μοίρασμα ψυχής, επικοινωνία, διέξοδος από την ισοπεδωτική καθημερινότητα και, γιατί όχι, επιστροφή στις ρίζες μας, στο παλιό, εκεί όπου μια γλυκιά κουβέντα, ένα χαμόγελο ή ένα δάκρυ σήμαιναν τόσα όσα εμείς δεν μπορούμε να φανταστούμε καν; Η αφήγηση μας μαθαίνει ν’ ακούμε –τα λόγια και τις σιωπές. Οι αφηγητές είναι απλώς οι πομποί που, μ’ ένα χαμόγελο και μια ιστορία, ταξιδεύουν πρόσωπα αγαπημένα και άλλα, υποψήφια ν’ αγαπηθούν, για να γλυκαίνει λιγάκι η ζωή. Το κριτήριο, λοιπόν, ένα και μοναδικό: η επικοινωνία με το ίδιο το παραμύθι που «τυχαία» συναντά στο δρόμο του ο αφηγητής. Αν υπάρχει αυτό, ο καθένας μπορεί να αφηγηθεί, αρκεί να υπάρχει κάποιος που θέλει να τον ακούσει…

3. Τα παραμύθια αφορούν τα παιδιά ή τους ενήλικες;

Κάθε φορά που αφηγούμαι σε παιδιά, βλέπω πως νιώθουν ότι κάτι διαφορετικό συμβαίνει, κάτι ωστόσο που, ακόμα κι αν το ζουν για πρώτη φορά, δεν τους φαίνεται ξένο. Μιλάμε για δέντρα και τα βλέπουμε δίπλα μας. Μιλάμε για νεράιδες και ξέρουμε πως κάπου εκεί γύρω κρύβονται. Μιλάμε για πουλιά και τ' ακούμε να φτερουγίζουν. Μιλάμε για φωτιά και σχεδόν καιγόμαστε. Η μαγεία υπάρχει στα παιδιά, έτσι δεν χρειάζεται μεγάλη προσπάθεια.
Με τους ενήλικες, τα πράγματα δείχνουν διαφορετικά, αλλά αποδεικνύονται ίδια. Τα παραμύθια είναι μόνο για παιδιά, λένε πολλοί. Κι όμως, παλιά, τα παραμύθια ήταν μόνο για τους μεγάλους, και τα παιδιά κρυφάκουγαν.
Όλα τα παραμύθια είναι για όλους, απλώς κάποια παραμύθια είναι ιδανικότερα για συγκεκριμένες περιόδους της ζωής. 
Τα παραμύθια μιλούν για την ίδια τη ζωή. Και η ζωή δεν έχει ηλικία. Ο φόβος, η λύπη, η απώλεια, η χαρά, ο έρωτας, υπάρχουν στη ζωή όλων μας. Το μόνο που έχουμε να κάνουμε είναι να βρούμε το δικό μας αγαπημένο παραμύθι, αυτό που θα μιλήσει στην καρδιά μας, να γνωρίσουμε έναν ήρωα που θα ξυπνήσει όσα κοιμούνται μέσα μας και θα τα ζωντανέψει. Έναν ήρωα που θα δει βαθιά μέσα μας και που ίσως καθορίσει την πορεία μας στη ζωή. Γιατί αυτός ο ήρωας ο «διαλεχτός», δεν είναι άλλος από τον ίδιο τον εαυτό μας.

4. Παραμύθια Vs TV/ Internet (ή αλλιώς το παραμύθι στον σύγχρονο τρόπο ζωής)
Τα παιδιά δεν έχουν αντιστάσεις απέναντι στο παραμύθι. Μήπως όμως έχουν οι ενήλικες; Είτε από έλλειψη ποιοτικού χρόνου, είτε από έλλειψη αυτοπεποίθησης, οι ενήλικες δύσκολα παίρνουν την πρωτοβουλία να αφηγηθούν ή να διαβάσουν παραμύθια στα παιδιά. Η οθόνη λοιπόν κερδίζει;
Ας μην το βλέπουμε έτσι. Η τηλεόραση, το διαδίκτυο έχουν και πρέπει να έχουν θέση στη ζωή των παιδιών –το απαιτεί η εποχή. Αυτή η θέση όμως δεν πρέπει να μεγαλώνει ανεξέλεγκτα. Χρειάζεται όρια.
Ας κλείσουμε για λίγο την τηλεόραση ή τον υπολογιστή.
Ας σκεφτούν οι γονείς ιστορίες που σημάδεψαν τους ίδιους, που τους βοήθησαν να δουν τη ζωή με άλλη ματιά. Ας προσπαθήσουν να θυμηθούν τι ένιωσαν τη στιγμή που άκουσαν ή διάβασαν αυτή την ιστορία. Ας τη μοιραστούν με τα παιδιά τους κι ας το χαρούν.
Ας πούνε ιστορίες παντού: στη θάλασσα, στη βόλτα, σε κάθε δωμάτιο του σπιτιού. Ας αφήσουν τα παιδιά να πουν τις δικές τους ιστορίες. Υπάρχουν εξαιρετικά βιβλία με παραμύθια. Το μόνο που έχει να κάνει ο ενήλικας είναι να τολμήσει να τα αναζητήσει, να βρει τις δικές του αγαπημένες ιστορίες και στη συνέχεια να τις μοιραστεί με τα παιδιά.
Και ξαφνικά η τηλεόραση δεν χρειάζεται να ανοίξει, ξαφνικά όλα γίνονται μαγικά, έστω και για λίγες στιγμές.
Η φαντασία των παιδιών υπάρχει και δεν σταματά να ταξιδεύει. Το ζήτημα είναι το ταξίδι να μην τελειώσει ούτε με την παιδική ηλικία, ούτε με την εφηβεία, ούτε με την ενηλικίωση. Τα παραμύθια είναι γενναιόδωρα, μπορούν να μας συντροφεύουν όσο εμείς τους το επιτρέπουμε.

5. Ποιο είναι το αγαπημένο σας παραμύθι;
Ένα λαϊκό παραμύθι από την Κρήτη, η «Τρουλίτα». Είναι ένα από τα πρώτα παραμύθια που αφηγήθηκα και που με μαγεύει ακόμα και σήμερα. Η ιστορία ενός άσχημου πουλιού που, μετά από πολλές δοκιμασίες, καταφέρνει να γίνει βασίλισσα. Ένα κόκκινο μήλο, τρία βασιλόπουλα, μια κουβέρτα φτιαγμένη από φύλλα και χόρτα, τρεις νεράιδες, ένας πετεινός, μια χρυσή κλωσσού με τα κλωσσόπουλά της, και πολλά-πολλά μαγικά ακόμα…

6. Με ποιον ήρωα παραμυθιού ταυτιζόσασταν όταν ήσασταν μικρός;
Η αλήθεια είναι ότι ήμουν από τα παιδιά που δεν άκουσαν πολλά παραμύθια -ίσως άλλωστε γι’ αυτό τα έχω αγαπήσει τόσο πολύ τώρα. Ήμουν παρόλα αυτά τυχερή γιατί είχα πάντα γύρω μου βιβλία, που κάλυπταν κάπως το κενό της αφήγησης. Θυμάμαι λοιπόν ένα κλιμακωτό παραμύθι που όλοι γνωρίζουμε, το «Ντίλι-ντίλι». Από μικρή με εντυπωσίαζε το πόσο τραγουδιστό και διασκεδαστικό ήταν, και ταυτιζόμουν με την κόρη που κεντούσε το μαντήλι κάτω από το φως του καντηλιού…

7. Αφιερώστε ένα παραμύθι στο Mommy's Fairytales και τους αναγνώστες του.
Θα ήθελα να μοιραστώ μαζί σας την πρώτη ιστορία που έγραψα. Μια ιστορία που ξεκίνησε από ένα… όνειρο! Εκείνη την περίοδο –αρκετά χρόνια πριν- κρατούσα ημερολόγιο ονείρων. Είχα στο κομοδίνο μου ένα μικροσκοπικό τετράδιο και, κάθε φορά που ξυπνούσα μέσα στη νύχτα ή το πρωί, σημείωνα ό,τι θυμόμουν από τα όνειρά μου. Ένα πρωί λοιπόν έγραφα, έγραφα, έγραφα… μέχρι που κατάλαβα ότι έγραφα μια ιστορία! Και να που έγινε βιβλίο, το πρώτο μου βιβλίο…


Στις πέτρες που μιλούν και λένε τις πιο μαγικές ιστορίες

Κάποτε, σ’ έναν ουρανό μακρινό, χωρίς καλά-καλά να το καταλάβει, το Σύννεφο αγάπησε πολύ τον Ήλιο. Κάθε μέρα του έφερνε δώρα πολύτιμα: χρυσόσκονη, που την έκλεβε από τις ζωηρές χρυσόμυγες, για να φαίνεται πιο λαμπερός· ροδόνερο, από τα πιο σπάνια τριαντάφυλλα, για να φορά το πιο δροσερό άρωμα· ρουμπίνια κατακόκκινα –όχι από κείνα τα ψεύτικα –που τ’ άρπαζε από τα ξωτικά που ζούσαν πέρα από την άκρη του ουράνιου τόξου, για να στολίζεται.
Το Σύννεφο ζούσε ευτυχισμένο έτσι. Δεν επιθυμούσε τίποτε άλλο στη συννεφένια ζωή του. Μεγάλωνε. Μαζί μεγάλωνε κι η αγάπη του. Κι ο Ήλιος, όλο καμάρωνε. Τι τύχη κι αυτή, να τον αγαπούν τόσο. Μάτι δεν έκλεινε. Έμενε εκεί, στη μέση τ’ ουρανού, στιγμή να μη χάνει το θαυμασμό και τα παινέματα της φύσης…
Μια μέρα, η κυρά του καλοκαιριού, η Ζέστη, καλημέρισε τον Ουρανό, τον Ήλιο και τα σύννεφα. Ο Ήλιος δεν γύρισε να την κοιτάξει καν· δεν τα πήγαινε καλά μαζί της, γιατί τον έκανε να ιδρώνει, να βαραίνει· τότε άρχιζε να στέλνει καυτές πορτοκαλιές αχτίδες στον κόσμο, κι οι άνθρωποι ένιωθαν την ανάσα τους να κόβεται, τα ζώα αγκομαχούσαν, τα λουλούδια κρύβονταν μέσα στα πέταλά τους.
Η Ζέστη οργίστηκε με την αδιαφορία του Ήλιου: τον απείλησε πως με τη δύναμή της μπορούσε να λιώσει τα πάντα, μπορούσε να τον κάνει εχθρό τρομερό και μισητό στους ανθρώπους, στα ζώα, στον κόσμο ολόκληρο.
Ακούγοντας αυτά, το Σύννεφο φοβήθηκε για τον αγαπημένο του. Για να τον γλιτώσει από τη Ζέστη, σκέφτηκε να τον κρύψει στη συννεφένια αγκαλιά του. Να φτάσει πολύ κοντά του και να του χαρίσει τη δροσιά του. Να σταματήσει να βρέχει, μια για πάντα. Θα έχανε τη μοναδική αποστολή που είχε πάνω στη γη, να δροσίζει τον κόσμο. Έπρεπε να διαλέξει… και διάλεξε να θυσιαστεί για τον Ήλιο· τόσο μεγάλη ήταν η αγάπη που γέμιζε τη συννεφένια του καρδιά.
Τον πλησίασε δειλά· ήταν πια πολύ κοντά του· δίχως να το σκέφτεται άλλο, τον αγκάλιασε σφιχτά. Είχε βρει επιτέλους το θάρρος ν’ αγκαλιάσει αυτόν που αγαπούσε, να του δείξει ότι όλα είναι δυνατά…
Κι ο Ήλιος; Ο Ήλιος έσπρωξε το Σύννεφο μακριά, λέγοντάς του πως η αγκαλιά του έκρυβε τη μοναδική ομορφιά του. Δεν το είχε ανάγκη, ποτέ δεν θα το αγαπούσε.
Το Σύννεφο ένιωσε ξαφνικά αδύναμο· η ανάσα του χανόταν. Είχε χάσει τα πάντα: τις σταγόνες βροχής που κάποτε μοίραζε απλόχερα, τον αγαπημένο του, τ’ όνειρό του, όλα… Το «ποτέ» που άκουσε απ’ τον Ήλιο έγινε χαλί ανθισμένο· το Σύννεφο ξάπλωσε πάνω του κι εκείνο άρχισε να πετάει και να φεύγει μακριά, πολύ μακριά...
Πέρασε καιρός, έφυγε το καλοκαίρι. Ήρθε το φθινόπωρο, ο χειμώνας, η άνοιξη, άλλο καλοκαίρι... πέρασαν κι αυτά. Κι ο Ήλιος εκεί, στη μέση τ’ ουρανού, να βλέπει τις μέρες να περνούν και να πετούν μακριά. Όλοι τον παίνευαν, τον φρόντιζαν… Μα γιατί ξάφνου όλα τούτα έμοιαζαν πιο λίγα, πιο ασήμαντα, πιο… ψεύτικα; Σκέφτηκε, ξανασκέφτηκε, μέχρι που κατάλαβε. Του έλειπε το Σύννεφο…
Όχι τα δώρα του μα η αγάπη του, η παρέα του, η έγνοια του, ακόμα κι εκείνη η μία και μοναδική αγκαλιά του.
Άρχισε να το ψάχνει. Ρωτούσε παντού τι είχε απογίνει εκείνο το συννεφάκι που ‘χε τολμήσει να τα βάλει με τη Ζέστη. Κανείς δεν ήξερε. Έψαξε κι άλλο, ρώτησε άλλα σύννεφα, άλλους ουρανούς. Τίποτα…
Στάθηκε για λίγο. Έγινε τότε κάτι, κάτι που έκανε όλο τον κόσμο ν’ αλλάξει. Αποκοιμήθηκε. Για πρώτη φορά στην ιστορία της πλάσης, ο Ήλιος έκλεισε τα μάτια του -από κούραση ή λύπη, ποιος ξέρει- και κρύφτηκε πίσω από ένα βουνό, για ώρες πολλές. Κι εκεί, ο ν ε ι ρ ε ύ τ η κ ε. Για πρώτη φορά κι αυτό. Ονειρεύτηκε πως ταξίδευε παρέα με το Σύννεφο, πως σεργιανίζανε μαζί απέραντους ουρανούς· δεν μιλούσαν πολύ, μονάχα κοιτάζονταν, χαμογελούσαν και πήγαιναν, ολοένα και πιο μακριά…
Για ώρες κοιμήθηκε ο Ήλιος. Μόλις ξύπνησε, έψαξε στο πλάι του το Σύννεφο. Τίποτα. Κατάλαβε τότε πως δεν μπορούσε να το έχει κοντά του, μπορούσε όμως να το συναντά κάθε φορά που θα έκλεινε τα μάτια του… Και θα τα έκλεινε κάθε μέρα, για να θυμάται πώς έμοιαζαν τα κατακόκκινα ρουμπίνια, το δροσερό ροδόνερο, η λαμπερή χρυσόσκονη και η μικρή συννεφένια αγκαλιά...
Ο Ήλιος έμαθε να κοιμάται για να μάθει να ονειρεύεται.
Τέτοια χαρά όμως δεν θα την κρατούσε για τον εαυτό του. Σ’ όλους το ’πε το μυστικό του, σ’ όλα τα πλάσματα της γης. Τους έμαθε να πλαγιάζουν την ώρα που έσβηνε το φως του, κι άρχισε να γεμίζει ο κόσμος εικόνες και χρώματα και μυρωδιές…
Έτσι, κάπου μέσα στη νύχτα και τη σιωπή, γεννήθηκαν τα πρώτα όνειρα των ανθρώπων...









9.23.2013

"ΚΙ ΑΝ ΣΟΥ ΜΙΛΩ ΜΕ ΠΑΡΑΜΥΘΙΑ..."



Στο 5ο διεθνές φεστιβάλ θεάτρου δρόμου

Ενα ταξίδι με παραμύθια,μύθους και τραγούδια
ΝΙΚΗ ΚΑΠΑΡΗ-Αφήγηση
ΓΙΑΝΝΗΣ ΨΕΙΜΑΔΑΣ-Μουσικές ατμόσφαιρες,τραγούδι

27 Σεπτέμβρη-Πεζόδρομος Κεραμεικού 7:00 μ.μ
29 Σεπτέμβρη-Θησείο απέναντι από τον σταθμό του τραίνου 7:00 μ.μ
"ΚΙ ΑΝ ΣΟΥ ΜΙΛΩ ΜΕ ΠΑΡΑΜΥΘΙΑ..."
Στο 5ο διεθνές φεστιβάλ θεάτρου δρόμου

Ενα ταξίδι με παραμύθια,μύθους και τραγούδια
ΝΙΚΗ ΚΑΠΑΡΗ-Αφήγηση
ΓΙΑΝΝΗΣ ΨΕΙΜΑΔΑΣ-Μουσικές ατμόσφαιρες,τραγούδι 

27 Σεπτέμβρη-Πεζόδρομος Κεραμεικού 7:00 μ.μ
29 Σεπτέμβρη-Θησείο απέναντι από τον σταθμό του τραίνου 7:00 μ.μ
(πηγή: KEFI kids)

8.14.2013

'Η Δροσοσταλίδα'





















Ένα όμορφο παραμύθι για το πολυτιμότερο αγαθό της φύσης, που βρήκαμε από την μυθολογική κοινότητα "The Mythologists" .  Ας μάθουμε τα παιδιά μας να το αγαπούν και να το σέβονται.


[Μια φορά κι έναν καιρό ήταν μια μικρή ψιχάλα. Μια τόοοσο δα μικρή δροσοσταλίδα. Δεν είχε ηλικία γιατί έτσι κι αλλιώς οι δροσοσταλίδες δεν έχουν ηλικία, είναι αιώνιες!

Σπίτι μου είναι τα σύννεφα, τα ποτάμια, οι λίμνες, η θάλασσα, έλεγε και ξανάλεγε με περηφάνια χορεύοντας πάνω σ’ ένα μικρό κατάλευκο σύννεφο.

Κάποια μέρα την είδε ένας αετός καθώς περνούσε από κει, να χορεύει χαρούμενη και της χαμογέλασε.

Η δροσοσταλίδα σταμάτησε το χορό της και πλησιάζοντας στην άκρη του συννέφου τον ρώτησε διστακτικά.

-”Μήπως ξέρεις τ’ όνομά μου;”....]

Η δροσοσταλίδα περιπλανιέται στα σύννεφα, στα ποτάμια, στις λίμνες, στα λουλούδια, ψάχνοντας απάντηση στο ερώτημά της.

Μια τρυφερή ιστορία για μικρά και μεγάλα παιδιά, των εκδόσεων Ίκαρος, γραμμένη από τον Αντώνη Δημητρακόπουλο και εικονογραφημένη από την Έρση Σταθοπούλου.


6.14.2013

Το χρυσό κλαδί

Μια φορά κι΄έναν καιρό ζούσε ένας έμπορος, που είχε τρεις κόρες. Φεύγοντας μια μέρα για ταξίδι μακρινό, ρώτησε τις κόρες του τι θα ήθελαν να τους φέρι από την ξένη χώρα, όπου πήγαινε. Η μεγάλη  ζήτησε ένα φόρεμα, η μεσαία ένα περιδέραιο κι η μικρή να της φέρει το Χρυσό Κλαδί. Ο πατέρας υποσχέθηκε ότι θα τα φέρει όλα, όμως οι κόρες του έδωσαν, κρυφά, ευχή και κατάρα να μην μπορεί να γυρίσει από το ξένο μέρος αν ξεχάσει κάποια παραγγελία.
Ο έμπορος ταξίδεψε πολύ κι έφτασε στη μακρινή χώρα. Αφού έκανε τις δουλειές του, αγόρασε για τη μεγάλη κόρη του το φόρεμα, για τη μεσαία το περιδέραιο, αλλά ξέχασε αυτό που του είχε ζητήσει η μικρή. Ξεκίνησε να γυρίσει πίσω, όμως το καράβι δεν έφευγε από το λιμάνι, παρόλο που ο άνεμος φυσούσε δυνατά και φούσκωνε τα πανιά του.
Ο έμπορος δεν μπορούσε να καταλάβει τι συνέβαινε και ρώτησε ένα γέρο ναυτικό. "Μήπως δεν κράτησες κάποια υπόσχεση σου;" του είπε εκείνος. Σκέφτηκε, σκέφτηκε ο έμπορος και θυμήθηκε το Χρυσό Κλαδί, που του είχε ζητήσει η μικρή κόρη του. Ρώτησε τότε ένα χωρικό που θα μπορούσε να το βρει κι εκείνος τον έστειλε σε μια πολιτεία, μια μέρα δρόμο μακριά. Έφτασε ο έμπορος εκεί και ξαναρώτησε.
"Χρυσό Κλαδί λένε το βασιλόπουλο μας, το μοναχοπαίδι του βασιλιά!" του είπαν κάποιοι περαστικοί.
Ο έμπορος τα έχασε, όμως έκανε κουράγιο, πήγε στο παλάτι και παρακάλεσε θερμά να του επιτρέψουν να μιλήσει στο βασιλόπουλο. Έτσι κι έγινε.
Ο έμπορος είπε την επιθυμία της κόρης του και το βασιλόπουλο τον οδήγησε σ' ένα δωμάτιο, που οι τοίχοι του ήταν σκεπασμένοι από ζωγραφιές ωραίων κοριτσιών.
"Η κόρη σου είναι όμορφη σαν κι αυτές;" τον ρώτησε. "Χίλιες φορές πιο όμορφη, άρχοντα μου!" απάντησε ο ο έμπορος.
Το βασιλόπουλο τον πήγε σε άλλο δωμάτιο, εκεί όπου ήταν μόνο η ζωγραφιά ενός πολύ ωραίου κοριτσιού. "Είναι όμορφη σαν κι αυτή;" ξαναρώτησε. "Είναι ίδια σαν κι αυτή!...Είναι η κόρη μου αυτή!..." φώναξε ο έμπορος. "Την είδα στ' όνειρο μου και θα ήθελα να την παντρευτώ!..." είπε το βασιλόπουλο και του έδωσε τρία πράγματα για κείνη: ένα γράμμα, ένα δαχτυλίδι και μια λεκάνη. Ο έμπορος τα πήρε και γύρισε στο καράβι που σαλπάρισε αμέσως χωρίς κανένα πρόβλημα.
Όταν έφτασε στο σπίτι του, έδωσε στις δύο μεγάλες κόρες του ό,τι είχαν ζητήσει και στη μικρή τα τρία πράγματα. Αυτή τα πήρε και κλείστηκε στο δωμάτιο της. Στο γράμμα το βασιλόπουλο της ζητούσε ν'ανοίξει το παράθυρό της. να γεμίσει τη λεκάνη νερό, να ρίξει μέσα το δαχτυλίδι και να πει:
"Έλα Χρυσό Κλαδί μου, έλα..."
Έτσι έκανε η κοπέλα και τότε από το ανοιχτό παράθυρο μπήκε ένα περιστέρι, βούτηξε στο νερό της λεκάνης και μεταμορφώθηκε σ' ένα όμορφο παλικάρι, που ήταν το βασιλόπουλο. Οι δυο τους έμειναν μαζί πολύ ώρα. Μετά ο νέος την αποχαιρέτησε και της έδωσε ένα καρύδι, λέγοντας της να φορέσει αυτό, που είχε μέσα. Ύστερα λούστηκε με το νερό της λεκάνης, μεταμορφώθηκε πάλι σε περιστέρι και πέταξε μακριά.
Η κοπέλα άνοιξε το καρύδι και βρήκε μέσα ένα φόρεμα, που είχε κεντημένο πάνω του τον ουρανό με τ'άστρα. Το φόρεσε, βγήκε έξω, τη θαύμασε όλος ο κόσμος κι οι αδελφές της ζήλεψαν.
Μετά από λίγες μέρες η κοπέλα ξαναφώναξε τον αγαπημένο της: "Έλα Χρυσό Κλαδί μου, έλα!..." Το βασιλόπουλο τότε της χάρισε ένα φουντούκι κι η κόρη βρήκε μέσα ένα φόρεμα, που είχε πάνω του κεντημένη τη θάλασσα με τα ψάρια της. Το φόρεσε, τη θαύμασε όλος ο κόσμος κι οι αδελφές της ζήλεψαν.
Την τρίτη φορά που τον ξαναφώναξε, της χάρισε ένα σύκο μ' ένα φόρεμα μέσα, που πάνω του ήταν κεντημένη η γη με τα λουλούδια της. Η κοπέλα το φόρεσε, ο κόσμος τη θαύμασε κι οι αδελφές της πάλι τη ζήλεψαν.
Έτσι αποφάσισαν να μάθουν, που έβρισκε αυτά τα ωραία φορέματα. Μια μέρα, που η μικρή αδελφή τους ήταν κλεισμένη στο δωμάτιο της και φώναξε πάλι το περιστέρι, εκείνες κρυφοκοίταγαν από μια χαραμάδα της πόρτας και τα κατάλαβαν όλα.
Την άλλη μέρα, την ώρα που οι τρεις αδελφές πήγαιναν μαζί στα λουτρά, η μεγάλη προφασίστηκε ότι ξέχασε τη χτένα της και γύρισε πίσω. Τρύπωσε στο δωμάτιο της μικρής, γέμισε τη λεκάνη με νερό, έριξε το δαχτυλίδι μέσα και είπε: "Έλα Χρυσό Κλαδί μου, έλα!..." Το περιστέρι εμφανίστηκε και βούτηξε στο νερό, όμως μέσα στη λεκάνη είχε ξεχαστεί ένα μαχαίρι, που του πλήγωσε το λαιμό. Αμέσως το νερό βάφτηκε κόκκινο κι η μεγάλη κόρη πανικόβλητη όρμησε έξω από το δωμάτιο. Το περιστέρι μάζεψε τις δυνάμεις του και πληγωμένο πέταξε μακριά από το ανοιχτό παράθυρο.
Όταν η μικρή κόρη γύρισε στο δωμάτιό της κι είδε το κόκκινο νερό, τα κατάλαβε όλα. Άρχισε να κλαίει και να θρηνεί για τον αγαπημένο της κι όταν πια δεν είχε άλλα δάκρυα, είπε στον πατέρα της: "Πατέρα θα φύγω, δεν μπορώ να μείνω πια εδώ. Θέλω να ταξιδέψω στον κόσμο. Ετοίμασε μου ένα καράβι και δώσε μου μια φορεσιά αντρική!..." Όλα έγιναν όπως ήθελε κι η κοπέλα ταξίδευε μέρες πολλές, ώσπου έφτασε σ' εάν μακρινό τόπο. Βγήκε στη στεριά να ψάξει γύρω το μέρος κι είδε ένα γεράκι να κυνηγάει ένα περιστέρι. "Δε σε νοιάζει καθόλου, που το βασιλόπουλο μας πεθαίνει;..." άκουσε να λέει το περιστέρι στο γεράκι. "Οι γιατροί δεν ξέρουν το μυστικό!..." είπε το γεράκι. "Ποιό μυστικό;.."ρώτησε το περιστέρι. "Η μόνη γιατρειά του βασιλόπουλου είναι να πάρουν μια σταγόνα από το αίμα μας κι αφού το ανακατέψουν με το νερό εκείνης της πηγής ν' αλείψουν την πληγή του!..."
Μόλις τ' άκουσε αυτό η κοπέλα πέταξε ένα δίχτυ κι έπιασε τα πουλιά.
Μετά τους πήρε από μια σταγόνα αίμα, το ανακάτεψε με το νερό της πηγής και πήγε στο παλάτι μεταμφιεσμένη σε άντρα με γένια. Ζήτησε κι είδε το βασιλιά γιατί τάχα ήταν ένας περίφημος γιατρός, που ερχόταν από τα ξένα με σκοπό να κάνει καλά το βασιλόπουλο, μέσα σε οκτώ ημέρες. Μάταια οι γιατροί του παλατιού προσπάθησαν να πείσουν το βασιλιά ότι αυτό ήταν αδύνατο. Εκείνος ήταν τόσο απελπισμένος με την υγεία του γιου του, που επέτρεψε στον ξένο γιατρό να προσπαθήσει. Η μεταμφιεσμένη κοπέλα συνάντησε το βασιλόπουλο κι αναγνώρισε στο πρόσωπο του τον αγαπημένο της. Αμέσως άλειψε την πληγή του λαιμού του, όπως είχαν πει τα πουλιά, και σε δυο μέρες ο νέος ήταν καλύτερα, σε τέσσερις μιλούσε και σε οχτώ πήγε κυνήγι.
Ο βασιλιάς χάρηκε πάρα πολύ κι είπε στο γιατρό να του ζητήσει ό,τι θέλει. Εκείνος το μόνο που ζήτησε ήταν να γίνει μια μεγάλη γιορτή προς τιμή του και να καλέσουν όλους τους άρχοντες και τις αρχόντισσες της χώρας. Έτσι κι έγινε. Στο τραπέζι ο ψευτογιατρός άρχισε να διηγείται σ' όλους την ιστορία της κόρης και του βασιλόπουλου κι όταν τελείωσε πέταξε τα γένια και φανερώθηκε. Το βασιλόπουλο αγκάλιασε αμέσως την κοπέλα. Ο βασιλιάς ενθουσιάστηκε κι όλος ο κόσμος χόρευε και τραγουδούσε. Το γλέντι συνεχίστηκε και σε λίγες μέρες έγινε ο γάμος του βασιλόπουλου με την όμορφη κόρη κι έζησαν αυτοί καλά κι εμείς καλύτερα.




Ένα λαϊκό παραμύθι από τις εκδόσεις ΚΑΣΤΩΡ, με εκπληκτική εικονογράφηση από την Ειρήνη Δημτηροπούλου - Κακλαμάνου

6.12.2013

Το φιδάκι

Μια φορά κι έναν καιρό ήτανε ένας γέρος και μια γριά. Ζούσαν ήσυχα σ' ένα μικρό χωριουδάκι. Μια μόνο μεγάλη στεναχώρια τους έτρωγε: είχανε μείνει μαγκούφηδες, δεν είχαν αξιωθεί να κάνουνε παιδιά.
Κάθε μέρα παρακαλούσαν το Θεό να τους στείλει ένα παιδί κι ας ήταν και φιδάκι!
Και να που κάποτε απόκτησαν αυτό που τόσο λαχταρούσαν. Ο Θεός άκουσε τις προσευχές τους και τους έστειλε ένα παιδί, ένα φιδάκι!
Δεν τους ένοιαξε που ήτανε φιδάκι. Τ'αγαπούσαν πολύ. Το πρόσεχαν σαν τα μάτια τους. Ολημερίς φρόντιζαν να μην του λείπει πράμα...
Το φιδάκι σιγά-σιγά μεγάλωσε. Έτσι, χωρίς αν το περιμένουν οι γερόντοι, τους άφησε μια μέρα και πήγε στο βουνό.
Η μάνα του ήταν απαρηγόρητη. Έκλαιγε συνέχεια και γύρευε. Το ίδιο κι ο πατέρας του. Μα ίντα μπορούσαν να κάμουν;
Μια μέρα ο γέρος πηγαίνει στο βουνό να 'βρει λάχανα. Κει που 'σκυψε να βγάλει το πρώτο λάχανο, βλέπει το παιδί του, το φιδάκι του, να βγαίνει από μια τρύπα.
-Καλώς τονε τον πατέρα μου, καλώς τονε τον πατερούλη μου!φώναζε ενθουσιασμένο και χτυπούσε την ουρίτσα του χαρωπά.
Το γέρο τον πήρανε τα κλάματα.
-Γιάντα κλαις πατέρα μου;
Ο γέρος έπιασε να χαϊδεύει το φιδάκι.
-Κλαίω, παιδί μου, απ' τη χαρά μου που σε ξανά 'δα. Δεν περίμενα να σ΄ανταμώσω... Γιάντα έφυγες απ' το σπίτι μας; Δε σε προσέχαμε, δε σ' αγαπάγαμε κατά πως πρέπει; Η κακορίζικη η μάνα σου κλαίει μέρα-νύκτα, που σε 'χασε. Γρήγορα θα πεθάνει απ' τον καημό της...
-Μα γιάντα κλαίει η μάνα μου; Τάξε δεν ξέρει πως τα φιδάκια ζούνε στο βουνό; Εδώ είμαι 'γω ευτυχισμένο... και πρέπει κι εσείς να 'στε χαρούμενοι με την ευτυχία μου...
-Παιδάκι μου, κατέχουμε το πως εδώ είναι το βασίλειο σου. Μα να, πως να ζήσουμε δίχως σου; Εσύ ήσουν η χαρά μας...
-Πάρε τούτο το ποτήρι, πατέρα μου, να το κρατείς στη μάνα μου. Και να της πεις να μη στεναχωριέται. Ό,τι επιθυμήσει να το ζητά στο ποτήρι και το ποτήρι θα της βγάνει. Και μη λησμονείτε πως πάντα σας σκέφτομαι....
Παίρνει ο γέρος το ποτήρι που άστραφτε και θάμπωνε τα μάτια του.
Ευχαρίστησε το φιδάκι, αποχαιρετίστηκαν και κίνησε για το σπίτι του.
Έφτασε κει πολύ γρήγορα, σαν να ΄χε βάλει φτερά στα πόδια του.
Βρήκε τη γριά του καθισμένη στην πρασιά, σκυφτή και συλλογισμένη.
-Το και το γυναίκα. Βρήκα το παιδάκι μας στο βουνό. Είναι μια χαρά, ένα καμάρι. Να, μου 'δωσε κι αυτό το ποτήρι να σου φέρω. Ό,τι πεθυμήσεις να το ζητάς στο ποτήρι κι αυτό θα σου το δίνει αμέσως. Μου 'πε και να μη στεναχωριέσαι, γιατί ζει ευτυχισμένο εκεί πέρα. Μας σκέφτεται κι εμάς, δε μας λησμόνησε...
Η μητέρα χάρηκε πολύ για το δώρο του παιδιού της, μα πιότερο χάρηκε που 'μαθε ότι ήτανε καλά.
Καθίζουνε το μεσημέρι οι γερόντοι στο τραπέζι. Πιάνει η γριά το ποτήρι και του λέει:
-Φέρε μας ποτήρι καλά φαγητά!
Μεμιάς το τραπέζι γεμίζε απ' του κόσμου τα καλά. Θες κρεατικά, θες μεζέδες, θες σαλάτες και φρούτα, θες γλυκά; όλα τα 'χε. Βασιλικά φάγαν οι γερόντοι.
Την άλλη μέρα θέλανε καλά ρούχα. Λένε πάλι στο ποτήρι:
-Βγάλε μας ποτηράκι καλά ρούχα!
Αμέσως τους παρουσιάστηκαν δυο λαμπρές φορεσίες, που ούτε στα όνειρά τους δεν είχανε δει! Ντυθήκανε και καμαρωτοί - καμαρωτοί βγήκανε για σεριάνι.
Ό,τι ήθελαν κάθε μέρα, το ζητούσανε απ' το ποτήρι και γινότανε.
Ζούσανε όμορφα με τις μικρές τους πολυτέλειες...
Κάποια φορά λέει ο γέρος στη γριά του:
-Ξέρεις τι σκέφτηκα γυναίκα; Εμείς έχομε τώρα όσα φαγητά θέλουμε. Δεν κάνει να καλέσουμε και το γείτονα να τρώει μαζί μας; Φτωχός άνθρωπος είναι ο κακομοίρης...
-Να τόνε καλέσουμε γέρο μου, να τόνε καλέσουμε!
Πάει ο γέρος αμέσως και τόνε καλεί. Από τότε και πέρα ο γείτονας έτρωγε κάθε μέρα μαζί τους.
Έλεγαν στο ποτήρι: "Βγάλε ποτηράκι φαγητά! " και τότε αυτό γέμιζε το τραπέζι τους μ' όλου του κόσμου τα καλά. Τρώγανε βασιλικά και τους περίσσευαν κιόλας.
Κάποτε όμως, ο γείτονας έβαλε κακό στο νου του. "Γιάντα να 'χει ο γείτονας το ποτήρι και να μην το 'χω εγώ;", συλλογιότανε.
Έτσι, μια μέρα που ο γέρος με τη γριά του είχανε βγει έξω, μπήκε κείνος στο σπίτι και το πήρε..
Σαν γύρισαν οι γερόντοι στο σπιτάκι τους κι είδαν να λείπει το δώρο του παιδιού τους, τα 'χασαν. Μαύρισε η καρδιά τους. Κι ίντα θα γενούν τώρα που ο γέρος δεν μπορούσε πια να δουλεύει; Το 'νιώσαν πως το ποτήρι τους το είχε πάρει ο γείτονας, μα και τι μ' αυτό; Μήπως θα τους το 'δινε πίσω;
Μια και δυο λοιπόν, ξεκινάει πάλι ο γέρος για το βουνό. Παίρνει πάλι μαζί του το μαχαιράκι του να πα κόψει λάχανα. Φτάνει στο γνωστό μέρος και σκύβει να βγάλει το πρώτο λάχανο.
Να σου πετιέται πάλι το φιδάκι.
-Καλώς τονε τον πατέρα μου, καλώς τονε τον πατερούλη μου!
-Ώρα σου καλή παιδί μου. Πολύ χαίρομαι που σε ξαναβλέπω...
-Μα συ πατέρα μου είσαι πολύ στεναχωρημένος. Τι σου συμβαίνει;
-Ίντα να σου πω παιδί μου!Το και το!  Πάει το ποτηράκι μας, μας το 'κλεψε ο γείτονας και τι θ' απογίνουμε εδά;
-Μην κακοκαρδίζεσαι πατέρα και θα σας το δώσει πάλι. Να, πάρε τούτον τον κόπανο και πήγαινε στο σπίτι του γειτόνου σου. Ζήτησέ του το πάλι κι αν δεν θέλει να του το δώσει, πες στον κόπανο: "Ντουκ κοπανάκι μου!". Αυτό θα τον κάμει να σας το δώσει.
Αποχαιρετά ο γέρος το παιδί του με πολλές ευχές και κινά για το χωριό.
Φτάνει και πάει γραμμή στο σπίτι του γειτόνου. Τόνε βρίσκει και του λέει θαρρετά:
-Γείτονα, ντροπή 'ναι να μαλώσουμε. Δώσε μου πίσω το ποτήρι που μας πήρες.
-Σάλευε στη δουλιά σου γείτονα, τον΄αποπήρε ο άλλος. Εγώ το ποτήρι σου δεν το πήρα!
Τότε κι ο καλός γέρος δε χάνει καιρό και λέει στο κοπανάκι: "Ντουκ κοπανάκι μου!".
Εκεί να δεις τι έγινε! Το κοπανάκι άρχισε να δέρνει το γείτνα και σταματημό δεν είχε. Πάρε κι αυτή, πάρε και τούτη, σου τον έκανε μαύρο στο ξύλο.
-Σταμάτα, θα σου δώσω το ποτήρι, φώναξε σε μια στιγμή. Όχι άλλο ξύλο...
Το κοπανάκι άμεσως σταμάτησε το ξυλοφόρτωμα. Ο γείτονας έτρεξε αμέσως κι έφερε το αστραφτερό ποτήρι.
-Πάρε το γέρο και συχώρα με τον κακομοίρη...
Ο γέρος πήρε το ποτηράκι του, είπε στο γείτονα ότι τα ξέχασε κιόλας και τράβηξε στο σπίτι του. Από τότε έζησε καλά μαζί με τη γριά του, χωρίς καμία στέρηση. Πότε-πότε, κούτσα-κούτσα ανηφόριζαν κι οι δυο μαζί στο βουνό και ψάχνανε το φιδάκι τους. Κι αυτό πάντα από κάποια τρύπα ξεπρόβαλε, τους χαιρετούσε και γέμιζε τις καρδιές τους χαρά....

Οι σαράντα δράκοι

Μια φορά κι έναν καιρό ήτανε δύο αδέρφια. Ο ένας ήταν πολύ φτωχός κι ο άλλος πολύ πλούσιος. Ο φτωχός είχε παιδιά, ο πλούσιος δεν είχε. Αναγκαζόταν λοιπόν ο φτωχός, να ζητάει κάθε τόσο από τον πλούσιο λίγο ψωμί για τα παιδιά του. Στο τέλος τον βαρέθηκε ο πλούσιος και του λέει μια μέρα:
-Μα θαρρείς πως είμαι εγώ υποχρεωμένος να ταΐζω τα κοπέλια σου;
Πήγαινε να βρεις δουλειά σωστή να κάνεις.
Ο φτωχός απελπίστηκε. Έφυγε από το σπίτι του κι έδωσε των αμαθιών του.
Γύριζε χώρες και χωριά γυρεύοντας δουλειά, μα του κάκου. Κάποιο βράδυ νύχτώθηκε σε μια έρημη βουνοπλαγιά. Ανέβηκε σε κάποιο δέντρο να κοιμηθεί από φόβο για τ' άγρια ζώα. Μα ο φόβος της ερημιάς δεν του 'φερνε ύπνο.
Θα 'ταν περασμένα μεσάνυχτα, όταν άκουσε κάτω από το δέντρο παράξενες μιλιές. Κοιτάζει και τι να δει! Σαράντα δράκοι περνούσαν. Κοντοστάθηκαν λίγο πιο πέρα από τη ρίζα του δέντρου κι άρχισαν να κοιτάζουν δώθε κείθε περίεργα.
-Ανθρώπινη μυρωδιά γροικούμε, λένε οι μισοί.
-Μπα, δεν υπάρχει ψυχή εδώ. Αντέστε να πάμε στο χαράκι μας. είπαν οι υπόλοιποι.
Ο άνθρωπος έτρεμε απ' το φόβο του. Αυτοί προχωρήσανε πιο πέρα. Σταθήκανε μπροστά σ' ένα χαράκι που ήτανε αντίκρυ στο δέντρο. Είπανε "άτσι-καπί" και το χαράκι άνοιξε κι εφάνηκε από μέσα τόσο χρυσάφι που ο άνθρωπος θαμπώθηκε. Ύστερα είπανε "κάπα-καπί" και κλείνει το λημέρι τους. Φύγανε έπειτα για τη δουλειά τους.
Σαν τους είδε ο άνθρωπος ν' απομακραίνουν πολύ, κατέβηκε από το δέντρο και τράβηξε ίσα προς το χαράκι.
"Άτσι-καπί" είπε και το χαράκι άνοιξε. Μπήκε μέσα, γέμισε το σακούλι του χρυσάφι. Βγήκε, είπε "κάπα-καπί" και το χαράκι έκλεισε. Ολόχαρος τράβηξε το δρόμο για το σπίτι του.
Εκεί να δείτε χαρές! Η γυναίκα του που σάστισε και θαμπώθηκε να δει τόσο χρυσάφι στο φτωχικό της, ήθελε σώνει και καλά να το μετρήσουνε. Μα μέτρο δεν είχανε κι επέψανε ένα παιδί τους στον πλούσιο θείο να τους δώσει μαι ζυγαριά. Ο θείος κάτι υποψιάστηκε και το ρώτησε:
-Ίντα θα μετρήσετε μωρέ;
Το παιδί - όπως το είχαν ορμηνέψει οι γονείς του - δεν είπε τίποτα.
Όμως εκείνο, πονηρός όπως ήτανε, έβαλε μια δακτυλιά μέλι στον πάτο της ζυγαριάς για να κολλήσει ό,τι θα μετρούσανε και να καταλάβει.
Όταν του επέστρεψαν τη ζυγαριά, στον πάτο είχε απομείνει κολλημένο ένα χρυσό φλουρί. Ο θείος το είδε και κατάλαβε. Πήγε στον αδερφό του αμέσως και του είπε να πάνε μαζί εκεί που βρήκε το χρυσάφι να πάρει κι αυτός. Με τα πολλά τον έπεισε και ξεκίνησαν για το χαράκι των δράκων.
Άμα έφτασαν, παραμόνεψαν κι είδαν τους δράκους να φεύγουνε. Πλησιάσαν στο χαράκι, είπανε "άτσι-καπί" κι αυτό άνοιξε. Μπήκανε μέσα, γεμισανε τα σκούλι ατους χρυσάφι. Βγήκανε γρήγορ-γρήγορα. Είπανε "κάπα-καπί", το χαράκι έκλεισε και γυρίσανε σπίτια τους.
Μετρήσανε το χρυσάφι και του πλούσιου ήτανε κάπως λιγότερο απ' του φτωχού. Ζήλεψε πάλι ο πλούσιος κι εσηκώθηκε να πάει να φέρει κι άλλο. Ο αδερφός του δεν τον άφηνε:
-Κάτσε, μην πας. Αν δεν τα καταφέρεις καλά, μπορεί να χάσεις κα τη ζωή σου ακόμα.
Εκείνος όμως, άπληστος όπως ήτανε, δεν τον άκουσε και ξαναπήγε. Ήταν αργά και νυχτώθηκε στο δρόμο. Ανέβηκε λοιπόν σ' ένα δέντρο, να περιμένει το πρωί. Σαν ξημέρωσε, παρμόνευ μέχρι να φύγουν οι δράκοι, Κατέβηκε τότε από το δέντρο, πλησίασε στο χαράκι και με το "άτσι-καπί", το άνοιξε. Μπαίνει μέσα, λέει "κάπα-καπί" και το χαράκι κλείνει. Γέμισε το σκούλι του χρυσάφι και ξεκίνησε να φύγει.
Λέει "άτσι-καπί", ανοίγει το χαράκι. Πάει να βγει και τι να δει! Οι σαράντα δράκοι θεόρατοι έστεκαν μπρος του.
-Καλώς τονε το φίλο μας, καλώς τονε το μεζέ μας! Νόμιζες ως θα μας ξέφευγες, ε; Κάποτε θα καταλαβαίναμε κι εμείς ότι μας έκλεβες....
Οι δράκοι αφού τον αιχμαλώτισαν, άφησαν ένα σύντροφό τους να τον φυλάει κι έφυγαν για τη δουλειά τους.
Ο αδερφός του φυλακισμένου είχε μπει σε έγνοια. Σηκώθηκε να πάει να τον γυρεύει. Σαν έφτασε στον τόπο εκείνο, βγήκε πάνω στο δέντρο για να βεβαιωθεί αν οι δράκοι ήταν μέσα στο χαράκι. Ύστερα από πολλή ώρα τους βλέπει να γυρίζουν. Μετρά τους και ήταν τριάντα εννιά. Κατάλαβε πως τον έναν τον είχαν αφήσει για να φυλάει τον αδερφό του.
Έμεινε στο δέντρο πάνω ως τα ξημερώματα. Σαν τους είδε να φεύγουν, τους ξαναμετράει, πάλι τριάντα εννιά. Έγραψε σ΄ένα κομμάτι χαρτί τ΄όνομα του και το χωριό του. Αν τον έτρωγαν οι δράκοι, θα 'βρισκε το χαρτί κανένας περαστικός και θα ειδοποιούσε το σπίτι του. Προχώρησε ύστερα προς το χαράκι. Είπε "άτσι-καπί" κι αυτό άνοιξε. Μπαίνει μέσα και βλέπει το Δράκο να στοργγυλοκάθεται δίπλα στο μισοφαγωμένο σώμα του αδερφού του. Προσπάθησε να κρύψει την ταραχή του  και να γλυκάνει τη φωνή του.
-Καλημέρα, κύριε Δράκε, τι χαμπάρια;
-Καλώς τονε, κι ότι σκεφτόμουνα πως θα περάσω επαέ την ώρα μου μονάχος μέχρι να 'ρθουν οι σύντροφοι μου.
-Ξέρεις, στο χωριό μου παίζουνε  όμορφα παιχνίδια. Θες να σου δείξω ένα;
Ο Δράκος δέχτηκε. Έβαλε τότε ο έξυπνος άνθρωπος το σκοινί που κουβαλούσε μαζί του κι έφθιαξε μια κούνια. Έβαλε το Δράκο να κουνιστεί πρώτος. Μα είχε φθάξει το σκοινί με τέτοιο τρόπο, που του το πέρασε θηλειά στο λαιμό και τον έπνιξε. Γεμίζει ύστερα το σακούλι του χρυσάφι και γίνεται καπνός...
Αργάτη νύχτα γυρίζουν κι οι τριάντα εννιά Δράκοι στο χαράκι τους.
Βρίσκουν το σύντροφό τους πνιγμένο, βρίσκουνε όμως και το κομμάτι το χαρτί. Κατάλαβαν έτσι πιο ήταν ο δράστης. Αποφάσισαν να τόνε βρουν και να τόνε σκοτώσουν. Έβγαλαν το σχέδιο τους: άλλοι θα γινόντουσαν μουλάρια, άλλοι θα έμπαιναν μέσα σ' ασκιά κι ένας θα 'κανε τον αγωγιάτη και θα 'λεγε πως μέσα στ' ασκιά έχει μέλι.
Την άλλη μέρα ξεκίνησαν. Βρήκανε το χωριό, βρήκανε και τον άνθρωπο που ζητούσαν. Ο Δράκος αγωγιάτης χτύπησε την πόρτα του. Ο νοικοκύρης τόνε δέχτηκε με καλοσύνη.
-Ήθελα να με κονέψεις απόψε στο σπίτι σου, αν δε σου γίνομαι βάρος. Είμαι ξένος και δεν έχω που ν αβλέψω τ' ασκιά και τα μουλάρια μου.
-Καλοδεχούμενος είσαι ξένε.
Ο αγαθός άνθρωπος δεν έβαλε κακό στο νου του. Τακτοποίησε τα μουλάρια στο σταύλο, τ' ασκιά στο κατώι και εβόλεψε τον ξένο του στον οντά. Κάθισε μαζί του να του κρατήσει συντροφιά.
Το μικρό κοπέλι όμως, σαν άκουσε να λένε για μέλι έβαλε τις φωνές.
-Θέλω να φάω απ' το μέλι, θέλω μέλι...
Η μητέρα του του κάκου τον ορμήνευεγε:
-Το μέλι είναι ξένο παιδί μου, στα ξένα πράγματα δεν αγγίζουν.
-Εγώ θέλω μέλι, θέλω μέλι, μέλι, μέλι...
Σαν είδε πως δεν το 'κανε καλά, είπε με το νου της: "Μια κουταλιά μέλι απ' το ασκί δε θα τ' αναζητήξουν, ας του δώσω λιγάκι να ησυχάσει".
Λύνει το ένα ασκί κι ίντα να δει! Ένας άνθρωπος ήταν μέσα. Λύνει τ' άλλο, το ίδιο. Λύνει όλα τ' ασκιά κι είχε καθένα από έναν άνθρωπο μέσα.
Φοβήθηκε η γυναίκα. Στέλνει το κοπέλι να φωνάξει τον πατέρα του. Έρχεται κείνος και του λέει ότι είδε. Ο άντρας κατάλαβε.
-Στέσε γρήγορα το τσικάλι στην παρασιά και γέμισέ το γάλα. Σαν βράσει καλά ρίξε ρίξε από λίγο στο κάθε ασκί κι ύστερα να τα δέσεις πάλι. γρήγορα, παράγγειλε στη γυναίκα του.
Έπειτα ανέβηκε στον οντά και κάθησε ξέγνοιαστος κοντά στον ξένο.
Πέρασε κάμποση ώρα με την κουβέντα κι ήτανε πια ώρα για ύπνο.
Ο Δράκος λέει τότε:
-Κατέχεις, εγώ έχω τη συνήθεια πριν θέσω να παίζω δύο διπλοσφυριές.
-Ε, να τις παίξεις ξένε, απαντά πρόθυμα ο νοικοκύρης. (Οι διπλοσφυριές ήταν σύνθημα για να βγουν οι Δράκοι από τ' ασκιά.)
Παίζει ο Δράκος δυο διπλοσφυριές, παίζει τρεις, τίποτα. Κατεβαίνει τότε τη σκάλα να πάει να γυρέψει τους συντρόφους του. Ο άνθρωπος κατάλαβε τι γύρευε ο Δράκος. Παίρνει τότες ένα κόπανο, του δίνει μια και τον αφήνει στον τόπο.
Έτσι σκοτώθηκε κι ο τελευταίος Δράκος κι έζησαν εκείνοι με το χρυσάφι τους κι εμείς καλύτερα.

6.05.2013

"Φαντασία η μεγάλη Diva" από την Μ. Λεβέντη

          Για 100η δημοσίευση, επέλεξα να αναδημοσιεύσω την συνέντευξη της ψυχιάτρου και συγγραφέα Μαρίας Λεβέντη, που παραχώρησε στο http://www.infokids.gr, διότι τίποτα δεν συναινεί περισσότερο με την φιλοσοφία του mommy's fairytales από την άποψη του Αϊνστάιν, που εμπλουτίζει εύστοχα η Μαρία Λεβέντη, για τα παραμύθια!
       

Με αφορμή το νέο της βιβλίο "Φαντασία η μεγάλη DIVA" μιλάει για το πόσο σημαντική είναι η φαντασία στην ζωή μας, για πρακτικούς τρόπους εφαρμογής της στην καθημερινότητα μας και φυσικά η φαντασία ως μέσω ψυχαγωγίας και διαπαιδαγώγησης των παιδιών μας.





Τη Μαρία Λεβέντη, ψυχίατρο – συγγραφέα, την γνωρίσαμε πρόσφατα από το βιβλίο της :«Φαντασία η μεγάλη Diva». Ένα βιβλίο – οδηγό για την αγάπη και την αλήθεια που ξεπερνά το χρόνο. Ένα βιβλίο με ολοκληρωμένες πρακτικές ασκήσεις, κατανοητές οδηγίες και ζωντανά παραδείγματα  ώστε να εκμεταλλευτούμε τη Φαντασία μας και με ευκολία και ακρίβεια, να βρούμε το δρόμο της προσωπικής ελευθερίας.
Μητέρα 2 παιδιών, αντιμετωπίζει και η ίδια τα γνωστά προβλήματα της σωστής διαπεδαγώγησής τους και μοιράζεται μαζί μας τις μεθόδους που ακολουθεί.
-Τι πρέπει να προσέχει η σύγχρονη γυναίκα που πρέπει να συνδυάσει καριέρα και μητρότητα;
«Πρέπει να προσέχει να μην πέσει στην παγίδα να διαλέξει. Το δίλημμα ή μητέρα ή πετυχημένη εργαζόμενη είναι πέρα για πέρα λάθος. Όπως και κάθε δίλλημα άλλωστε. Η άποψή μου είναι να προσπαθούμε πάντα για τη σύνθεση: Και καλές μητέρες και πετυχημένες στην επαγγελματική μας επιλογή.
Φυσικά πετυχημένος είναι αυτός που έχει ποιοτικά αποτελέσματα, η ποσότητα έρχεται να ενισχύσει την ποιότητα. Έτσι για μένα μια μάνα είναι πετυχημένη όχι αν «γράφει» απλά ώρες με τα παιδιά της αλλά όταν οι ώρες αυτές είναι ποιοτικές, δηλαδή ουσιαστικές. Όταν έχει κερδίσει το σεβασμό και την αποδοχή των παιδιών της (σε κάθε ηλικία φαίνεται με διαφορετικό τρόπο), όταν γνωρίζει τι τα ευχαριστεί και τι τα δυσαρεστεί και είναι έτοιμη να τους προσφέρει τα ανάλογα ή να τα γλιτώσει από τις κακοτοπιές, είτε είναι παρούσα με τη φυσική της παρουσία είτε όχι. Μια μάνα καταλαβαίνει πόσο πετυχημένη είναι από την αγκαλιά που της κάνουν τα παιδιά της. Εκείνο το δευτερόλεπτο πριν αποχωριστούν για τη δουλειά ή το σχολείο. Αυτή η στιγμή είναι αποδεικτική και όχι απλά ενδεικτική του που βρίσκεται αυτή η σχέση.
Επενδύστε λοιπόν στην αγκαλιά. Μην την κάνετε τυπικά και μην την αποφεύγεται – μπορεί να πει και να δώσει πολλά!»
-Εσείς πώς τα καταφέρνετε;
«Τα καταφέρνω προσπαθώντας κάθε μέρα για το καλύτερο. Δεν επαναπαύομαι. Επενδύω στη σχέση μου με τα παιδιά μου σε αρκετά πράγματα με τον ίδιο τρόπο και για τα δύο και σε κάποια αλλά με διαφορετικό τρόπο εξαιτίας διαφορετικής ηλικίας και άλλου φύλου. Πιο συγκεκριμένα: Μιλάω με τα παιδιά μου. Μπορεί ν’ ακούγεται απλό αλλά δεν είναι. Το πως συζητάμε με τα παιδιά μας οδηγεί στην καλή επικοινωνία… Έτσι γνωρίζεις και προλαβαίνεις τα δύσκολα. Αλλιώς μιλάω με την έφηβη κόρη μου κι αλλιώς με το μικρό γιο μου. Με τη μεγάλη μιλάμε σαν μεγάλες, όχι σαν φίλες σαν ενήλικοι, έχει διαφορά. Η μάνα με την κόρη δεν είναι φιλενάδες, είναι άλλη αυτή η σχέση. Είμαι πάντα δίπλα της να την ακούσω, να τη συμβουλέψω, να τη μαλώσω, να την επαινέσω, να την αντέξω, να την αποδεχθώ, να θυμώσω μαζί της αλλά και να την αγκαλιάσω και να τη φιλήσω. Αυτή έχει μάθει να με περιμένει, θα ήθελε να με έχει περισσότερες ώρες, αλλά τώρα πια δεν την ενοχλεί τόσο. Όταν σιγουρεύτηκε πως κι όταν δεν είμαι κοντά της, ξέρω-νιώθω τι ακριβώς γίνεται, χαλάρωσε. Αυτό έγινε ως εξής: Κανά δύο φορές που είχε χτυπήσει ή δεν αισθανόταν καλά κι εγώ ήμουν στο ιατρείο το ένιωθα και την έπαιρνα τηλέφωνο πριν από εκείνη. Όταν το συνειδητοποίησε αυτό με ρώτησε: «Καλά ρε μαμά πως το καταλαβαίνεις;» Και της απάντησα: «Μωρό μου είμαι πάντα δίπλα σου, είτε με βλέπεις με τα μάτια σου, είτε όχι. Αν θέλεις μπορείς να το κάνεις και σαν παιχνίδι, να κλείνεις τα μάτια σου όταν θες και να με βλέπεις με τα άλλα ματάκια, μ’ αυτά που βλέπεις τα όνειρα.» Από τότε όπως μου έχει πει δεν έχει νιώσει μοναξιά! Με τον γιο μου τώρα είναι αλλιώς, τα αγόρια δεν μιλάνε πολύ. Για να μάθεις κάτι πρέπει να επιστρατέψεις όλη σου τη φαντασία. Ευτυχώς διαθέτω σε μεγάλες ποσότητες. Έτσι με τον μικρό επικοινωνούμε καλύτερα την ώρα που ξαπλώνουμε, πριν να κοιμηθεί. Του λέω δικές μου ιστορίες από τα παιδικά μου χρόνια ή ιστορίες με παιδάκια που ήρθαν στο ιατρείο, βάζοντας φυσικά τις απαραίτητες «σάλτσες». Ακούγοντας κάτι που του έχει συμβεί κι αυτουνού μέσα στην ροή της συζήτησης εύκολα το λέει, το αναλύουμε πάντα βάζοντάς το μέσα στην ιστορία μας κι έτσι έχω περάσει με απλό και ανώδυνο τρόπο αυτό που ήθελα να του πω. Έπειτα κάνουμε τις αγκαλίτσες μας και κοιμάται ευτυχισμένος. Το αγόρι μου είναι ακόμα στη ηλικία που θαυμάζει την μαμά για ότι κι αν κάνει. Εδώ λοιπόν είναι που θέλει προσοχή (μανούλες που έχετε αγοράκια). Η μαμά πρέπει απλά να φτιάξει το πρότυπο της γυναίκας για το γιο της, όχι να είναι το πρότυπο της γυναίκας του γιού της. Αυτό είναι στο χέρι της μαμάς και όχι του παιδιού. Όσο και να αγαπάμε τα αγόρια μας, όσο και να μας γεμίζουν με την αγκαλιά τους και τα τρυφερά τους λόγια, χρειάζεται πάντα να θυμόμαστε την σχέση μας: Είμαστε μαμάδες τους και όχι οι γυναίκες τους, αυτό χρειάζεται και να τους το λέμε αλλά και να τους το δείχνουμε με τον τρόπο μας.»
-Ποια θα πρέπει να είναι τα εφόδια που θα δώσουμε στα παιδιά μας;
«Πιστεύω ότι πρέπει να καλύπτουμε τα παιδιά μας και στα τρία επίπεδα, δηλαδή και υλικά και συναισθηματικά και πνευματικά. Στο υλικό επίπεδο ανάλογα με το τι μπορεί ο καθένας, χρειάζεται να φροντίζει ώστε το παιδί του να μην κινδυνεύει. Με μια έννοια κίνδυνος είναι και το κρύο, και οι ιώσεις αλλά και η κακοποίηση. Κίνδυνος είναι οτιδήποτε μπορεί να πληγώσει ή να καταστρέψει τη σωματική του ακεραιότητα. Δηλαδή το παιδί μας χρειάζεται να το φροντίζουμε να τρέφεται σωστά, να μην αρρωσταίνει, και να μη δέχεται καμιάς μορφής σωματική βία. Σε συναισθηματικό επίπεδο είμαστε «υποχρεωμένοι» να φροντίζουμε για την συναισθηματική του ευστάθεια, δηλαδή να καταλαβαίνουμε, να επικοινωνούμε μαζί του αλλά και του βάζουμε όρια και να το ελέγχουμε. Στο παιδί μας δεν επιτρέπεται να ξεσπάμε το άγχος, τις φοβίες, τους θυμούς και τις απογοητεύσεις μας. Τα παιδιά είναι σαν τα σφουγγάρια – απορροφούν τα πάντα πανεύκολα. Θέλει προσοχή και εγρήγορση αυτή η σχέση. Σε πνευματικό επίπεδο τώρα κατά τη γνώμη μου οι γονείς πρέπει να είναι συνειδητοποιημένοι όταν διαπαιδαγωγούν τα παιδιά τους στο τι είναι καλό και τι όχι, τι ηθικό και τι όχι, τι επιτρεπτό και τι όχι. Χρειάζεται ο λόγος με την πράξη μας να ταυτίζεται. Δεν μπορεί άλλα να τους λέμε και άλλα να κάνουμε εμείς, ή άλλα να ανακαλύψουν ότι κάναμε εμείς ενώ είχαμε απαιτήσεις από αυτά που εμείς δεν τηρήσαμε ποτέ.»

-Τι ρόλο παίζει η φαντασία στη διαπαιδαγώγηση των παιδιών;

«Τεράστιο. Η φαντασία για τα παιδιά είναι σαν το νερό. Αν τους τη στερήσεις θα αφυδατωθούν, αν τους την εμπλουτίσεις, θα απογειωθούν. Επενδύστε στη φαντασία των παιδιών σας!»

-Ο Αϊνστάιν είχε απαντήσει, σε ερώτηση δημοσιογράφου, τι βιβλία πρέπει να διαβάζουν τα παιδιά, Παραμύθια. Κι όταν ο δημοσιογράφος επέμενε λέγοντας, ναι, αλλά τι άλλο, ο Αϊνστάιν συνέχισε “ Κι άλλα παραμύθια”. Συμφωνείτε με αυτό;

«Ο Αϊνστάιν ήταν ένας προικισμένος άνθρωπος που μπορούσε τις μεγάλες αλήθειες να της λέει απλά. «Τα παιδιά πρέπει να διαβάζουν παραμύθια…κι άλλα παραμύθια». Θα ήθελα να προσθέσω στην άποψή του αυτή το εξής: Μακάρι και το μάθημα να γινόταν με την μορφή παραμυθιού, ειδικού παραμυθιού αν θέλετε. Τότε να είστε σίγουροι πως όλα τα παιδάκια θα ήταν άριστοι μαθητές γιατί η γνώση θα περνούσε σ’ αυτά με τον τρόπο που αυτά καταλαβαίνουν. Το τελευταίο κεφάλαιο του βιβλίο μου « Φαντασία η μεγάλη Diva», είναι παραμύθι. Επέλεξα συνειδητά να γράψω σαν παραμύθι αυτό το κεφάλαιο για να μπορέσω να πω την πιο δύσκολη θεωρία με πιο απλό τρόπο. Απ’ ότι έχω ακούσει αυτό το κεφάλαιο αρέσει πιο πολύ… και ξέρετε γιατί; Διότι όλοι κρύβουμε ένα παιδί μέσα μας κι όλοι έχουμε ανάγκη από ένα παραμύθι.»








*Το βιβλίο της «Φαντασία η μεγάλη Diva», κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Χρυσαλλίδα. Για περισσότερες πληροφορίες πατήστε εδώ. http://www.sferiki.gr/web/sferiki/book .    
                       



2.26.2013

Το παιδί και το κουδουνάκι


Απολαύσαμε πρόσφατα την παράσταση ΤΟ ΠΑΙΔΙ ΚΑΙ ΤΟ ΚΟΥΔΟΥΝΑΚΙ, μια παιδική παράσταση από τις ΜΟΡΦΕΣ ΕΚΦΡΑΣΗΣ του Θωμά Κινδύνη, στην οποία τα παιδιά συμμετέχουν ενεργά.
Πρόκειται για μια θεατρική αφήγηση ενός λαϊκού παραμυθιού, με λιτά - χωρίς φλυαρίες - σκηνικά και ενδυματολογικά στοιχεία, που αναδεικνύονται έντεχνα από τους ίδιους τους ηθοποιούς, εμπλουτισμένη με video art και πλαισιωμένη με πολύ καλή ζωντανή μουσική και τραγούδι.
Στο τέλος της παράστασης, τα παιδιά έχουν την ευκαιρία να έρθουν σε επαφή με τα μουσικά όργανα που χρησιμοποιήθηκαν και να μιλήσουν με τους ηθοποιούς.
Μια παράσταση που δεν έχει σκοπό να εντυπωσιάσει, αλλά να επικοινωνήσει με τα παιδιά.

Ευτυχώς, οι παραστάσεις παρατείνονται έως τις  28 Απριλίου 2013, για να προλάβετε όλοι να την δείτε






Το λαϊκό παραμύθι ΤΟ ΠΑΙΔΙ ΚΑΙ ΤΟ ΚΟΥΔΟΥΝΑΚΙ, γίνεται μια παράσταση για παιδιά από 3 έως 9 ετών και συνεχίζει τις παραστάσεις του μέχρι το τέλος της θεατρικής σεζόν, λόγω της ιδιαίτερης αποδοχής που γνώρισε από μικρούς και μεγάλους στην πρώτη του παρουσίαση.

Πρόκειται για μια δραματοποιημένη αφήγηση παραμυθιού, με έντονη βιωματική

συμμετοχή των παιδιών. Πρόκειται για μια διασκευή από το ομώνυμο ελληνικό

παραμύθι που εναλλάσσει το λόγο με την κίνηση και τη ζωντανή μουσική. Η

παράσταση παρουσιάζεται για τρίτη συνεχή χρονιά εμπλουτισμένη με τρεις

ηθοποιούς, πρωτότυπη μουσική επένδυση και video art.


Λίγα λόγια για την ιστορία…

Μια φορά και έναν καιρό, ένα παιδί κρέμασε το κουδουνάκι του στα κλαδιά ενός

δέντρου για να κοιμηθεί. Όταν ξύπνησε, το δέντρο είχε ψηλώσει και ήταν αδύνατο

για το παιδί να το φτάσει. Έτρεξε λοιπόν να ζητήσει βοήθεια! Το τσεκούρι, η

φωτιά, το νερό, το βόδι, το ποντίκι και ο γάτος θα μπλεχτούν όλοι μαζί σε μία

φανταστική περιπέτεια και μας δίνουν μαθήματα ζωής!

Σε έναν κόσμο όπου οι σταθερές αξίες κλονίζονται, το λαϊκό αυτό παραμύθι

διδάσκει στα παιδιά τη σχέση αιτίας και αιτιατού στο παιχνίδι της ζωής.

Οι πράξεις μας ως προς τους άλλους , έχουν πάντα αντίκτυπο και σε μας

τους ίδιους. Η παράσταση ανανεώθηκε φέτος με τη χρήση της σύγχρονης

τεχνολογίας και προσφέρει στα παιδιά μια μοναδική εμπειρία, αληθινής

επικοινωνίας διάδρασης αλλά και απόδρασης στον φανταστικό κόσμο του

παραμυθιού.



Συντελεστές

Κείμενο - Σκηνοθεσία: Άννα-Σεβαστή Τζίμα

Πρωτότυπη Μουσική Επένδυση: Δημήτρης Παλαιογιάννης

Σύνθεση Μουσικής: Αθανασία Νικολακοπούλυ, Άννα- Σεβαστή Τζίμα

Ενδυματολογικά στοιχεία: Άννα Σεβαστή Τζίμα

Επιμέλεια Κίνησης: Ευγενία Παπαδάκη

Video art: Αλέξανδρος Μιστριώτης



Παραστάσεις: Σάββατο στις 18.00 και Κυριακή στις 12.00

Διάρκεια : 60 λεπτά

Γενική είσοδος:10 ευρώ

Τιμή γκρουπ, οικογενειακό εισιτήριο : 8 ευρώ

ΚΑΛΛΙΤΕΧΝΙΚΟΣ ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΜΟΡΦΕΣ ΕΚΦΡΑΣΗΣ

ΑΛΚΜΗΝΗΣ 13,Κ.ΠΕΤΡΑΛΩΝΑ

2103464903-2103464002

www.morfesekfrasis.gr